βητάρμων

βητάρμων
Grammatical information: m.
Meaning: `dancer' (θ 250, 383, Man.); "ἀπὸ τοῦ ἡρμοσμένως βαίνειν" H.
Derivatives: Secondary βηταρμός `dance' (A. R. 1, 1135).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]X [probably]
Etymology: One connects ἁραρίσκω etc. though there is no other compound with -αρμων) which governs the preceding (as in πολυ-κτήμων; s. Sommer Nominalkomp. 12 m. n. 2, 117), which seems derived from βῆ-ναι, but there is no clear solution. Pisani Ist. Lomb. 73 : 2, 35 assumes haplology from *βηματ-άρμων, which seems possible; Brugmann Sächs. Ges. Ber. 51 (1899) 199 n. 1 starts from *βητος, *βητη or (with dissimilation) *βῆτρον = Skt. gā́tram `limb'. Belardi Doxa 3, 198 assumes βη-τ- (nom. *βής) like δω-τ- (nom. δώς). - Cf. also Bechtel Lex. 81f., Knecht Τερψίμβροτος 34 and Schwyzer 442 n. 6.
Page in Frisk: 1,234

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βητάρμων — βητάρμων, ο (Α) 1. ο χορευτής 2. ως επίθ. ο χορευτικός, που φαίνεται σαν να χορεύει. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Με βάση την ερμηνεία του Ησυχίου («ορχησταί από του ηρμοσμένως βαίνειν»), η λ. βητ άρμων συνδέεται ως προς το β συνθετικό με την ομάδα… …   Dictionary of Greek

  • βητάρμων — dancer masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βηταρμόνων — βητάρμων dancer masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βητάρμονας — βητάρμων dancer masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βητάρμονες — βητάρμων dancer masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βητάρμονι — βητάρμων dancer masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Terpsimbrotos — is a type of linguistic compound (inflectional verbal compounds, German verbales Rektionskompositum ), on a par with the bahuvrihi and tatpurusha types. It is derived from a finite verbal phrase, the verbal inflection still visible at the… …   Wikipedia

  • αρμονία — I Μυθολογικό πρόσωπο. Κόρη του Άρη και της Αφροδίτης, αδελφή του Φόβου και του Δείμου, σύζυγος του Κάδμου. Στον πανηγυρισμό του γάμου της, τον υμέναιο έψαλαν οι ίδιες οι Μούσες και ήταν παρόντες όλοι οι θεοί του Ολύμπου, που έφεραν πλούσια και… …   Dictionary of Greek

  • βηταρμός — βηταρμός, ο (Α) χορός. [ΕΤΥΜΟΛ. < βητάρμων, με υποχωρητικό σχηματισμό] …   Dictionary of Greek

  • gʷā-, gʷem- —     gʷā , gʷem     English meaning: to go, come     Deutsche Übersetzung: “gehen, kommen; zur Welt kommen, geboren werden”     Note: Root gʷü , gʷem : “to go, come” from zero grade of Root aĝ (*heĝ ): “to lead, *drive cattle”.     Material:… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.